Η γενιά του ’30 ως σημείο αναφοράς.

Η ολοκληρωμένη μελέτη του νεοελληνιστή Δημήτρη Τζιόβα φωτίζει ,με τη διεισδυτική ανάλυση του εναργούς επιστημονικού λόγου της, τη γενιά του ’30 ως κοινωνικό, αισθητικό και πολιτισμικό φαινόμενο που επηρεάζει την πνευματική πορεία του ελληνισμού μέχρι σήμερα. Αξίζει να διαβαστεί.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Γιατί εξακολουθεί να μας απασχολεί τόσο η γενιά του ’30; Ποια μυστηριώδης αύρα έλκει μελετητές, κριτικούς και λογοτέχνες στα πεπραγμένα της; Πώς εξηγείται η διαρκής αναφορά παλαιότερων και νεότερων σε αυτήν; Iδεοληψία, θαυμασμός, άγχος επίδρασης, κρυφή ζήλια ή κριτική αναθεώρηση; Συνιστά, εντέλει, η γενιά του 30 γραμματολογικό μόρφωμα, ή λογοτεχνικό και πολιτισμικό μύθο; Πρέπει να δούμε τον μύθο της ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτισμικής, και όχι μόνο λογοτεχνικής, ιστορίας; Tο παράδοξο με τη γενιά του ’30 είναι ότι αποθεώθηκε και πολεμήθηκε όσο καμιά άλλη, και αυτή η αντιφατική αντιμετώπισή της, μαζί με τη μυθολογία που την περιβάλλει, απαιτεί μια εξήγηση. Mε το να λειτουργεί ως βαρόμετρο πνευματικών μεταλλαγών, η αντιμετώπιση της γενιάς του 30 προσφέρει το πρίσμα για να παρακολουθήσουμε τις πολιτισμικές και ιδεολογικές εξελίξεις στην Eλλάδα, από το 1930 μέχρι σήμερα. Μια πολιτισμική θεώρηση της γενιάς δίνει τη δυνατότητα να αναλυθεί και να κατανοηθεί καλύτερα η σύμπραξη αισθητικής, ιδεολογίας και πολιτικής, ενώ ο “μύθος της γενιάς” παραπέμπει εδώ στη διπλή λειτουργία του μύθου ως καταστατικής και πλαστής αφήγησης. O μύθος της γενιάς του 30 υπήρξε ένας μύθος με διάρκεια και απήχηση, γιατί έθεσε και έθιξε καίρια ζητήματα καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, ταξικής αντιπαλότητας και πολιτισμικής ταυτότητας».

Διαβάστε και το σημερινό άρθρο της Σταυρούλας Παπασπύρου στην «Ελευθεροτυπία». Παραθέτουμε αποσπάσματα: «…Το 1947, ωστόσο, όταν ο Σεφέρης εγκαινίαζε με ομιλία του την έκθεση Θεόφιλου στο Βρετανικό Συμβούλιο της Αθήνας, ο σάλος που είχε προκληθεί ήταν ακόμη μεγαλύτερος. Αν στα μάτια του ποιητή ο αυτοδίδακτος αυτός καλλιτέχνης ήταν η απόδειξη «της πολύ καλλιεργημένης ομαδικής ψυχής του ελληνικού λαού», στα μάτια άλλων δεν ήταν παρά ένας αγαθός μπογιατζής, μια «μπλόφα». Για τους αριστερούς της εποχής, η ανακάλυψη του λαϊκού από αστούς διανοουμένους είχε κάτι το επίπλαστο, το αριστοκρατικό. Και ο Σεφέρης κι η γενιά του, η περίφημη γενιά του ’30, βρίσκονταν γι’ άλλη μια φορά στο στόχαστρο ως «κουβαρντάδες των σαλονιών»… Από επιθέσεις σαν τις παραπάνω σφυρηλατήθηκε «Ο μύθος της γενιάς του τριάντα» υποστηρίζει ο Δημήτρης Τζιόβας στο ομώνυμο, ογκώδες δοκίμιό του (εκδ. Πόλις) – επιθέσεις που την κατήγγειλαν ως «φερέφωνο των δυτικών αξιών και του ξενόφερτου κοσμοπολιτισμού», στηλιτεύοντας κατά καιρούς την «έλλειψη επαφής» της με την ντόπια πραγματικότητα και τις απόπειρές της να «χειραγωγήσει την πνευματική ζωή». Σήμερα μπορεί να φαίνεται παράδοξο γιατί η αίγλη της θεωρείται δεδομένη – από τους κόλπους της άλλωστε αναδείχθηκαν τα δυο μοναδικά μας Νόμπελ. Ωστόσο, «καμιά δεν αποθεώθηκε και δεν πολεμήθηκε ταυτόχρονα με τόση σφοδρότητα», μας θυμίζει ο Τζιόβας, όσο η γενιά που αναδείχθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο χώρο της λογοτεχνίας και των ιδεών, που ήρθε σε βίαιη ρήξη με το παρελθόν, αναζήτησε μ’ επιμονή τις ελληνικές της ρίζες, βρήκε νέους τρόπους να συνομιλήσει με την παράδοση και συνέβαλε τα μέγιστα στη διαμόρφωση αυτού που αποκαλούμε «νεοελληνικό πολιτισμό…».

Ὀπως επισημαίνει ο Τζιόβας, έχει πια εμπεδωθεί η αίσθηση πως η γενιά του ’30 δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί ως ένα ομοιογενές και συμπαγές σύνολο. Στους κόλπους της συνυπάρχουν ρεαλιστές και μοντερνιστές, άθεοι και θρησκευόμενοι, συντηρητικοί όπως ο Μυριβήλης αλλά και ρηξικεύλευθοι όπως ο Ν. Κάλας, πρόεδροι Δημοκρατίας όπως ο Κ. Τσάτσος αλλά και κομμουνιστές όπως ο Κοσμάς Πολίτης. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι ο Εγγονόπουλος, εν έτει 1974, τόνιζε πως δεν είχε καμμιά απολύτως σχέση μαζί της, ενώ κι ο Ελύτης σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, στους Νιάρχο και Φωστιέρη της «Λέξης» τη δεκαετία του ’80, δήλωνε «ορφανός»: «Δεν έχω, δυστυχώς, αν εξαιρέσω κάπως τον Ανδρέα Εμπειρίκο, τίποτε το κοινό με τους συναδέλφους μου. Και λέω “δυστυχώς” επειδή, κακά τα ψέματα, τη μοναξιά είναι δύσκολο να την αντέξεις»….« Μήπως λοιπόν πρόκειται για «κατασκευή»; Αυτό ακριβώς ισχυρίζεται «υπερβάλλοντας και κυριολεκτώντας» ο Τζιόβας, έχοντας προηγουμένως ξεδιπλώσει το πώς διαμορφώθηκε και το τι αντιπροσώπευε από την περίοδο του Μεσοπολέμου ως τις μέρες μας ο όρος «γενιά του ’30», αρχής γενομένης από το ιδρυτικό γι’ αυτήν δοκίμιο «Ελεύθερο πνεύμα» του Γιώργου Θεοτοκά. Η γενιά που πέρασε στη συλλογική μας συνείδηση ως αυτή που πάντρεψε τον Μακρυγιαννη με τον Ελιοτ, τον Θεόφιλο με τον υπερρεαλισμό, τον Κόντογλου με τον Παρθένη και το ρεμπέτικο με την κλασική μουσική, αυτή που αγάπησε τον Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον Καραγκιόζη, την λαϊκή αρχιτεκτονική και τη βυζαντινή ζωγραφική, «δεν υπήρξε ποτέ», διαβάζουμε. «Απλώς εφευρέθηκε ο μύθος της, σε διάφορες εκδοχές, ως άλλοθι και πεδίο για να συγκρουστούν ιδεολογίες και αισθητικές απόψεις, να αποκτήσουν έρεισμα βαθύτερες κοινωνικές αντιθέσεις και προκαταλήψεις, και να κριθούν πολιτισμικές επιλογές»…Το μόνο κοινό γνώρισμα που αναγνωρίζει σ’ αυτήν ο Τζιόβας είναι πως υπήρξε ανδροκρατούμενη. Κι όπως δεν εντοπίζει τη συνοχή της στα λογοτεχνικά επιτεύγματά της -την εισαγωγή στην Ελλάδα του ποιητικού μοντερνισμού, τη στροφή από το διήγημα στο μυθιστόρημα- άλλο τόσο δεν αντιμετωπίζει μονοδιάστατα εκείνους που θεωρούμε εκπροσώπους της, ως πολυταξιδεμένους και ατσαλάκωτους αστούς. Τοποθετώντας στον σκληρό πυρήνα της τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Θεοτοκά και τον Τερζάκη, χάρη στο δοκιμιακό τους έργο κυρίως, ο Τζιόβας αναδεικνύει ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό της «το αίτημα της πνευματικής ελευθερίας και την αντίσταση στην ιδεολογική στράτευση και σε κάθε είδους δογματισμούς».

Ενδιαφέρον και το άρθρο του Δημ. Τζιόβα, με τίτλο: «Ελληνικότητα και γενιά του ’30», στο περιοδικό «cogito». Διαβάστε το .pdf πατώντας στην εικόνα.


Share This: