Η λογοτεχνία ενάντια στον πολιτισμό της ελαφρότητας

Προβληματίζεται για τον πολιτισμό του θεάματος και της διασκέδασης ο Μάριο Βάργκας Λιόσα και αντιπροτείνει τη λογοτεχνία και τη λογοτεχνική παιδεία ως τρόπο για την αποδόμηση και την υπέρβασή του. Διαβάζουμε αποσπάσματα από τη συνέντευξή του στο «Βήμα»:

Ο νομπελίστας συγγραφέας και αμφιλεγόμενος πολιτικός Μάριο Βάργκας Λιόσα γοητεύτηκε στα νιάτα του από την Επανάσταση στην Κούβα και τις ιδέες του κομμουνισμού, κάνοντας αργότερα στροφή προς τον νεοφιλελευθερισμό. Το 1990 κατήλθε υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές στο Περού και ηττήθηκε. Η πολιτική δράση του έχει επικριθεί, όμως η μυθοπλαστική αξιοσύνη του δεν χωρεί αμφισβήτηση. Το 2010 η Σουηδική Ακαδημία τού απένειμε την ύψιστη λογοτεχνική διάκριση… Στο νέο βιβλίο του, το δοκίμιο La civilizaciόn del espectàculo (Ο πολιτισμός του θεάματος), που κυκλοφορεί τώρα στην Ισπανία, ασκεί κριτική στην πολιτική, στη δημοσιογραφία, στις τέχνες και εκφράζει την απογοήτευσή του για τον σύγχρονο πολιτισμό της ελαφρότητας, στον οποίο επιρροή ασκούν οι σεφ, οι σχεδιαστές μόδας, οι τηλεοπτικοί αστέρες και οι ποδοσφαιριστές, καταλαμβάνοντας «την εξέχουσα θέση που κάποτε είχαν οι επιστήμονες, οι φιλόσοφοι και οι μεγάλοι συνθέτες».

Στη συνέντευξή του αναφέρει: «Παραδοσιακά, ο ρόλος του πολιτισμού ήταν να βοηθά τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν προβλήματα πολιτικά, κοινωνικά, θρησκευτικά, ακόμη και πολύ προσωπικά, να αναπτύξουν κριτική στάση απέναντι στην κοινωνία και στους θεσμούς, και να αντιδράσουν στα προβλήματα αυτά με τρόπο δημιουργικό, με ευαισθησία και φαντασία. Το ζήτημα στη σύγχρονη εποχή, και κυρίως στις δυτικές κοινωνίες, είναι ότι από την επιθυμία μας για διασκέδαση ευτελίσαμε τον πολιτισμό, τον μεταβάλαμε σε ελαφρύ θέαμα αποδυναμώνοντας τον παραδοσιακό ρόλο του. Το δυνάμει κοινό της λογοτεχνίας και των τεχνών έχει σήμερα διευρυνθεί πολύ, αλλά αυτό δεν αρκεί. Ο σκοπός είναι να έχουμε ένα είδος εκπαίδευσης που θα καθιστά την κοινωνία ικανή να καταναλώσει καλή λογοτεχνία και αξιόλογα προϊόντα πολιτισμού»….

«Η τέχνη που λειτουργεί ως προπαγάνδα με βρίσκει αντίθετο. Η λογοτεχνία πρέπει να υπερβαίνει την τρέχουσα πραγματικότητα και να αγγίζει διαχρονικά ζητήματα. Από την άλλη πλευρά, θεωρώ κρίσιμο για τη λογοτεχνία να μην απαρνιέται την επαφή με την κοινωνία που την περιβάλλει και τα προβλήματά της. Είναι σημαντικό για τους αναγνώστες να βρίσκουν στα λογοτεχνικά κείμενα κλειδιά κατανόησης του κόσμου τους και τρόπους για να ανταποκριθούν στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στην καθημερινή ζωή τους»…«Ιστορία και λογοτεχνία ήταν πάντοτε πολύ κοντά, η λογοτεχνία όμως δεν είναι τρόπος εκλαΐκευσης ή αναδιήγησης της Ιστορίας. Το Ονειρο του Κέλτη είναι μυθοπλασία και όχι βιογραφία, διότι σεβάστηκα μεν τα βασικά γεγονότα, το πρωτογενές υλικό της Ιστορίας, επινόησα όμως πάρα πολλά. Αν θέλετε να μιλήσουμε για τον επαναστατικό χαρακτήρα της λογοτεχνίας, τον εντοπίζω στην παιδεία που προσφέρουν τα καλά λογοτεχνικά έργα στον άνθρωπο καθιστώντας μια κοινωνία καλλιεργημένων ανθρώπων λιγότερο ανεκτική στη χειραγώγηση. Γι’ αυτό και υποστηρίζω ότι πρέπει η λογοτεχνία να έχει απήχηση στο ευρύ κοινό και να μην αποτελεί μονοπώλιο μιας μικρής ελίτ – αρκεί να μη γίνονται παραχωρήσεις στην ελαφρότητα».

Posted in Προτάσεις Ανάγνωσης | Tagged , , | Leave a comment

Μολύβι και τετράδιο ή … ipad στην τάξη;

Το ερώτημα προσπαθεί να απαντήσει ο Στ. Αλαχιώτης αναλύοντας τη φύση της μάθησης και τον σκεπτικισμό που δικαιολογημένα προκαλεί η εισαγωγή των ΤΠΕ στα σχολεία (άρθρο στο «Βήμα»): «… Η εκπαίδευση μέσω της τεχνολογίας αναφέρεται στη χρησιμοποίησή της με στόχο την προώθηση της μάθησης. Ο επηρεασμός όμως των παιδιών από τις νέες τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνίας (ΤΠΕ) είναι αναμφίβολα μεγάλος στην εποχή της πληροφορίας, αλλά και της παραπληροφόρησης και της υπερπληροφόρησης. Γι’ αυτό πολλές έρευνες αφορούν την αποκάλυψη της πραγματικής ή όχι συμβολής των ΤΠΕ στην εκπαίδευση και στη μάθηση, το πώς πρέπει να διδάσκονται, το πώς επηρεάζεται ο εγκέφαλος από αυτές, το τι πρέπει να γνωρίζουν οι εκπαιδευτικοί αλλά και οι πολιτικοί που αποφασίζουν για την εισαγωγή των ΤΠΕ στα σχολεία, ακόμη και το πώς πρέπει να λειτουργούν οι γονείς. Μια εξαρχής παρατήρηση αφορά το γεγονός ότι η χρήση των ΤΠΕ και η αντίστοιχη καλλιέργεια της βιολογικά βασικής τεχνολογικής δεξιότητας δεν εντάσσονται σ’ ένα θεωρητικό πλαίσιο, αλλά κινούνται σε εμπειρικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να πληθαίνουν τα ερευνητικά ευρήματα που τονίζουν τους κινδύνους της κακής και άκριτης χρήσης των ΤΠΕ.

Ως σήμερα, παρ’ ότι έχουν εκφραστεί πολλοί δυνατοί ισχυρισμοί υπέρ της μαθησιακής δυναμικής των ΤΠΕ, ελάχιστοι έχουν υποστηριχθεί από ερευνητικά ευρήματα και έχουν ελεγχθεί σε αυστηρά ερευνητικά πλαίσια, σύμφωνα με επιστημονικά κείμενα του ΟΟΣΑ. Μια σύντομη ιστορική σχετική αναφορά δείχνει ότι ούτε το ραδιόφωνο στις δεκαετίες του ‘30 και του ‘40 έγινε ευρέως αποδεκτό στην εκπαίδευση, ούτε στη δεκαετία του ‘50 η εκπαιδευτική τηλεόραση προωθήθηκε ως εκπαιδευτική τεχνολογία που θα έφερνε επανάσταση στην εκπαίδευση, ούτε η διδασκαλία βασισμένη στους υπολογιστές και στα ανάλογα προγράμματα στη δεκαετία του ‘60 είχε μεγάλη απήχηση, αλλά, όπως υποστηρίζουν ειδικοί ερευνητές, ούτε και η εισαγωγή των ΤΠΕ στα σχολεία κατάφερε να μετασχηματίσει τη διδασκαλία και να φέρει τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα.

Κατά μια ερμηνεία το λάθος με τη χρήση της τεχνολογίας αυτής έγκειται στην αποτυχία να ληφθεί υπόψη ο μαθητής, αλλά και ο εκπαιδευτικός, που είναι υποχρεωμένοι να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις των νέων τεχνολογιών, αντί αυτές να προσαρμοσθούν στις ανάγκες τους· και τούτο διότι η κατανόηση του πώς μαθαίνουμε εμπίπτει στα πορίσματα της νέας επιστήμης της μάθησης, της διεπιστημονικής προσέγγισής της με βάση τη βιολογική διάστασή της, στις αρχές της οποίας πρέπει να ενταχθεί και η αξιοποίηση των ΤΠΕ. Ας μην ξεχνάμε ότι η μάθηση είναι μια μακρόχρονη διεργασία κατάκτησης της γνώσης μέσω της εμπειρίας. Η γνώση δηλαδή είναι το επίκεντρο της μάθησης και όχι η πληροφορία, που δεν συνιστά γνώση, το πλαίσιο της οποίας θα μπορούσε να καθοριστεί από την κατανόηση γεγονότων, εννοιών και αρχών, των διεργασιών μάθησης, των στρατηγικών και των «πιστεύω» μας.

Η ιεραρχημένη οργάνωση της γνώσης είναι επίσης μεγάλης σημασίας για τη διεργασία κατάκτησής της, καθώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την ιεραρχική μνήμη αναπαραστάσεων. Μια ενεργητική λοιπόν διεργασία βαθιάς μάθησης με πολυμέσα απαιτεί τη σωστή επιλογή της πληροφορίας, την οργάνωσή της και την ενσωμάτωσή της στην υπάρχουσα γνώση. Ενα όμως σημαντικό πρόβλημα στη χρήση των ΤΠΕ στην εκπαίδευση είναι ότι η μάθηση επηρεάζεται από τη μέθοδο διδασκαλίας πολύ περισσότερο, παρά από το διδακτικό μέσο, την τεχνολογία εν προκειμένω, που μπορεί να έχει και σημαντική θέση στην όλη διεργασία μάθησης, αν αξιοποιηθεί σωστά. Γι’ αυτό δεν πρέπει να υπερφορτώνεται, με τη χρήση των ΤΠΕ, η γνωσιακή δυνατότητα του διδασκομένου, για να την αξιοποιεί προς την ουσιαστική και γενεσιουργό βαθιά μάθησή του με τη σωστή σύνδεση  των διαδικτυακών πληροφοριών, τη συνεργασία, τη βοήθεια και διαδραστικότητα του εκπαιδευτικού, την παραδειγματική εργασία, την ανακάλυψη, την πρόκληση ενδιαφέροντος, τη διατήρηση της ζωτικότητας κ.ά. …

Για να είναι λοιπόν αποτελεσματική στη μάθηση, η τεχνολογία, κλασική ή νέα, θα πρέπει να επανέλθουμε, πέραν των προαναφερθέντων, και στην αναγκαιότητα του θεωρητικού πλαισίου της ιεραρχημένης κατάκτησης της γνώσης. Υπό το πρίσμα αυτό η βιοπαιδαγωγική θεώρηση της μάθησης, προϋποθέτει, στις μικρές κυρίως ηλικίες, την πρόταξη της βιωματικής καλλιέργειας της τεχνολογικής δεξιότητας ως πρώτης, για να ακολουθήσουν η κοινωνική, η γλωσσική και η αριθμητική δεξιότητα, πάντα σε αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Η κατάργηση αυτής της βιολογικά, εξελικτικο-αναπτυξιακά καθοριζόμενης ιεραρχημένης μάθησης είναι πιθανόν να ευθύνεται για τις ατελέσφορες αλλά και αρνητικές συνέπειες της τεχνολογίας και ειδικότερα των ΤΠΕ στην εγκεφαλική, γνωσιακή, συμπεριφορική και μαθησιακή μορφοποίησή μας.

Σχετικές έρευνες δείχνουν ότι η κακή και υπέρμετρη χρήση των ΤΠΕ μπορεί να ενισχύσουν εθιστικές, εγωιστικές και αυτιστικές συμπεριφορές, παραβατικότητα, βία, διάσπαση της προσοχής κ.ά., όπως και την απόσταση από την πραγματικότητα, με τη «μορφοποίηση» ενός εικονικού προσωπικού κόσμου, που προκαλεί αδυναμίες στην ηθική επεξεργασία των σκέψεων και τελικά την απομόνωση, καταστρέφοντας τη δεύτερη στη σειρά δεξιότητα, την κοινωνική, απαραίτητη για την ενίσχυση της γλωσσικής και αριθμητικής δεξιότητας. Χωρίς λοιπόν να έχει ερευνηθεί πλήρως η δυναμική των ΤΠΕ στη μορφοποίηση του εγκεφάλου, στη γνωσιακή μας ανάπτυξη, προωθούνται άκριτα «εκπαιδευτικές καινοτομίες» στα προγράμματα των σχολείων ανά τον κόσμο, αλλά και στη χώρα μας, που μυθοποιούν και θεοποιούν τις νέες τεχνολογίες, οι οποίες όμως  φαίνεται ότι κρύβουν και παγίδες για μαθητές, αλλά και εκπαιδευτικούς· όπως και για τους γονείς, που δεν καταλαβαίνουν πόσο επιβλαβείς είναι, λ.χ., η τηλεόραση για τα πολύ μικρά παιδιά, τα οποία παρκάρουν μπροστά στην οθόνη, με επιπτώσεις στις γλωσσικές τους ικανότητες, ή η υπέρμετρη χρήση του Διαδικτύου για τους εφήβους.

Μην πετάξετε το μολύβι!

Γι’ αυτό δεν μπορεί το λάπτοπ να αντικαταστήσει το τετράδιο, το χαρτί, το μολύβι και το βιβλίο. Σπεύδουν όμως να τα καταργήσουν ήδη σε ορισμένα «άτυχα» σχολεία των ΗΠΑ, αγνοώντας ότι είναι κλασικά βιωματικά τεχνολογικά εργαλεία, που προηγούνται των «αφηρημένων» πλήκτρων. Είναι επίσης λάθος να υποστηρίζουν ορισμένοι ότι είναι χαμένη και η ιστορία των βιβλίων και των έντυπων μέσων, καθώς θα υπερισχύσουν οι υπολογιστές και οι διαδραστικοί πίνακες. Η φύση του ανθρώπου ίσως να μην το επιτρέψει τελικά.

Τι να κάνουμε λοιπόν; Να διδάσκουμε τα παιδιά μας όπως διδαχθήκαμε εμείς ή να προχωρήσουμε άκριτα στις Σειρήνες των ΤΠΕ; Η αλήθεια δεν είναι ούτε μαύρη ούτε άσπρη. Αλλωστε ανάμεσα στο θράσος και στη δειλία υπάρχει το θάρρος· κι αυτό υπαγορεύει την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών εντός ενός θεωρητικού βιολογικού πλαισίου μάθησης, στο οποίο προαναφερθήκαμε· μαζί με τη σύνεση και το μέτρο που ταιριάζουν στη νευροβιολογική δυναμική του εγκεφάλου μας. Διαφορετικά θα «κάψουμε» πολλούς, παιδικούς κυρίως, εγκεφάλους, ώσπου να καταλάβουμε το λάθος της κακής αξιοποίησης των τεχνολογιών αυτών, που δεν είναι ούτε ευχή ούτε κατάρα· είναι απλώς εργαλεία, χρήσιμα αλλά και επικίνδυνα, ανάλογα με τη χρήση τους!»

Posted in web 2.0, Το σχολείο μας...αλλάζει | Tagged , | Leave a comment

Να αποκαταστήσουμε τη σχέση της πολιτικής με την ηθική και την παιδεία.

Σκληρές αλήθειες που απορρέουν μέσα από τον πολιτικά και ιστορικά δομημένο στοχασμό του Χρήστου Γιανναρά στην «Καθημερινή», με αφορμή τις εκλογές. Όσα διαβάζουμε μπορούν να κινητοποιήσουν την πολιτική μας σκέψη και συμπεριφορά ώστε να αναζητήσουμε και στη συνέχεια να επιβάλουμε ως αυτονόητο κανόνα ατομικής και συλλογικής αξιοπρέπειας την άρρηκτη σχέση της πολιτικής με την ηθική και την παιδεία: «Σήμερα, σε συνθήκες παρακμής που μοιάζουν να τις έχουμε επιδιώξει μεθοδικά, η ελληνικότητα είναι αναπηρία, κουσούρι ή αναχρονιστικό ιδεολόγημα που προσφέρεται για καπηλεία: ψυχολογικό ντοπάρισμα αφελών. Nα είσαι Eλληνας δεν παραπέμπει σε ιδιαιτερότητα πολιτισμού, σε συνέχεια θησαυρισμάτων αρχοντιάς και καλλιέργειας, ούτε δηλώνει ένταξη σε ζωντανό σώμα σχέσεων κοινωνίας, σε «νόημα» της ύπαρξης και της συνύπαρξης. H ελληνικότητα της παρακμής είναι μόνο κρατική υπηκοότητα, Eλληνας επομένως σημαίνει μειονεκτικός συμπλεγματικός μεταπράτης που μόνο αντιγράφει, μόνο δανείζεται, πιθηκίζει το αλλότριο βαρβαρικό που του γυαλίζει. Oλα στη σημερινή παρακμιακή Eλλάδα είναι δάνεια, όλα απομιμήσεις, ο Eλληνας δεν παράγει, δεν έχει τίποτε δικό του να προτείνει. Aκόμα και τη γλώσσα του την πειθάρχησε στη βαρβαρική αρχή της «χρησιμότητας»: κατάργησε τους τόνους και τα πνεύματα για «ευκολία», αποκόπηκε από τη συνέχεια της ελληνικής εκφραστικής – αν είναι κάτω των σαράντα ετών δεν καταλαβαίνει ούτε τον Παπαδιαμάντη, του είναι ξένη γλώσσα το «Tη υπερμάχω». Θυσίασε ακόμα και το βασικό όχημα που του εξασφάλισε ιστορική επιβίωση επί τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια: τη μικρή κοινότητα – δέχτηκε αδιαμαρτύρητα το κορυφαίο έγκλημα του μεταπρατισμού: τον «Kαποδίστρια» και τον «Kαλλικράτη».

Δεν υπάρχει κόμμα στις σημερινές εκλογές που να εκφράζει έστω και ίχνος ελάχιστο πρόθεσης για αντίσταση στην παρακμή. Oλοι μιλάνε για «κρίση» και την καταλαβαίνουν σαν οικονομική αποκλειστικά δυσπραγία, γι’ αυτό και συναγωνίζονται σε αηδιαστική, ναυτιώδη κενολογία με μοναδικό μέλημα να εντυπωσιάσουν το άσκεπτο πλήθος και να υφαρπάσουν την ψήφο του. Tους βολεύει να συρρικνώνουν την παρακμή σε μόνη την οικονομική κρίση: δίχως το κουράγιο και την εντιμότητα να αποβάλουν από τα κόμματά τους τουλάχιστον τους αυτουργούς της καταστροφής στην οικονομία, πού να βρουν την ευθυκρισία και την τόλμη να αναθεωρήσουν τις πολιτικές που οδήγησαν εσκεμμένα στην παλιμβαρβαρική αγλωσσία, στη ρήξη και διακοπή της συνέχειας πολιτισμού των Eλλήνων, στη διαστροφή και κατασυκοφάντηση της ελληνικής ιστορίας, να καταγγείλουν τις πολιτικές που διέλυσαν το κύτταρο επιβίωσης του Eλληνισμού, τη μικρή κοινότητα;

«Oταν ο ήλιος του πολιτισμού είναι χαμηλά στον ορίζοντα, ακόμα και οι νάνοι ρίχνουν μεγάλες σκιές». Tο είπε ο Karl Kraus και το επιβεβαιώνει κάθε κοινωνία σε παρακμή. Oπου βρεθείς κι όπου σταθείς στην Eλλάδα σήμερα ανασαίνεις μπόχα σήψης και αποσύνθεσης, κατακλύζεσαι από μαρτυρίες και πιστοποιήσεις παράλυσης θεσμών και λειτουργιών, εκθηριωμένης φαυλότητας και αναιδέστατης ανικανότητας… Δεν υπάρχει πτυχή του κοινού βίου που να μην κραυγάζει το κοινωνικό αδιέξοδο, την αδυσώπητη παρακμή: το σχολειό, η εφορεία, τα δημόσια έργα, η χωροταξία, τα δικαστήρια, η αστυνομία, οι φυλακές, ο στρατός, η «διοικούσα» Eκκλησία, ο συνδικαλισμός, η τοπική «αυτοδιοίκηση», τα νοσοκομεία και η περίθαλψη, τα τηλεοπτικά κανάλια και τα ραδιόφωνα, τα νεκροταφεία, τα ασφαλιστικά ταμεία – όλα, μα όλα σαρκώνουν στεντορείως την παρακμή. Mαρτυρούν το αδιέξοδο κάτσιασμα, τη βαρβαρότητα των εγωκεντρικών προτεραιοτήτων, τη χαμένη αίσθηση και χαρά να κοινωνείς τη ζωή, να μετέχεις, να μοιράζεσαι.

Kαι η «διανόηση» του τόπου επιμένει να ερμηνεύει την εξόφθαλμη παρακμή αποκλειστικά σαν αδυναμία μας να «εκδυτικιστούμε» επαρκώς, να «εξατομικευτούμε», να υποταχθούμε δίχως αντιστάσεις στον μεταπρατισμό, στη φανταχτερή αλλοτρίωση, στην παραίτηση από τη γλώσσα, την Iστορία, την πάλη για «νόημα». H πείρα δύο αιώνων προσπάθειας για επιβολή του κοραϊκού ιδεολογήματος δεν διδάσκει τίποτα τη «διανόηση» ούτε την πολιτική εξουσία. Tο ψυχορράγημα ενός λαού με τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια ιστορία θα διαρκέσει ακόμα πολύ. «Πάρτε μαζί σας νερό, το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία».

Posted in Αναζητώντας «περικείμενα» | Tagged , , | Leave a comment

Γ. Σεφέρη, «Θεατρίνοι Μ.Α» (…τότε και τώρα)

Η ποίηση πάντοτε έχει το προνόμιο να εκφράζει τον πόνο της ψυχής,να διδάσκει ερμηνείες της πραγματικότητας και να προσφέρει αφορμές ώστε να προσδιoρίσουμε τη θέση μας στο παρόν. Σκεφτείτε, αν και σε τι διαφέρει η πολιτική κατάσταση των ημερών μας, από εκείνη που «πληγώνει» το Σεφέρη στο Κάιρο το 1943;
(Ακούστε την εξομολόγηση του ποιητή με τον «πικρό» ρυθμό της μελοποίησης από τα «Μωρά στη φωτιά».)
Στήνουμε θέατρα και τα χαλούμε
όπου βρεθούμε κι όπου σταθούμε
στήνουμε θέατρα και σκηνικά
αλλά η μοίρα μας πάντα νικά
Και τα σαρώνει και μας σαρώνει
τους θεατρίνους, το θεατρώνη
υποβολέα και μουσικούς
στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς
Σάρκες, λινάτσες, πέπλα, στολίδια
στίχους, συστήματα και τα φτιασίδια
φτερά και πούπουλα και τις κραυγές
κι τα λιογέρματα και τις χαρές
ριγμένα ανάκατα μαζί μ’ εμάς
πες μου πού πάμε  πες μου πού πας
Κοίτα τα νεύρα μας γυμνά στο δέρμα
σαν τις λουρίδες ονάγρου ή ζέβρα
 
Γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα
πότε μας γέννησαν  πότε μας θάψαν
Και τεντωμένα σαν τις χορδές
κάποιας κιθάρας. Ξύπνα και δες
και την καρδιά μας σαν το σφουγγάρι
στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι
πίνει το αίμα και τη χολή
και του τετράρχη και του ληστή
(Μέση Ανατολή, Αύγουστος 1943)
Posted in Ιστορία και λογοτεχνία, Προτάσεις Ανάγνωσης, Ροκ και λογοτεχνία | Tagged , | Leave a comment

«Πατώντας πάνω στην ανεμελιά μας»…ή στην απόγνωσή μας;

Άλλη μια ανάλυση που μπορεί να εμπλουτίσει τον πολιτικό στοχασμό των μαθητών μας, ειδικά όσων προετοιμάζονται για την πρώτη τους ψήφο, σχετικά με τη δημοφιλία που φαίνεται να αποκτά η ακραία και θυμική ρητορεία των εχθρών της δημοκρατίας που υπόσχονται «τάξη» μέσω της νομιμοποιημένης βαρβαρότητας. Απόσπασμα από άρθρο του Κώστα Βαξεβάνη στη lifo: «… ο φασισμός φτάνει πάντα με το άρμα της πολιτικής. Καβάλα πάνω στον λαϊκισμό, δείχνοντας στιβαρός σε σχέση με την πολιτική αβεβαιότητα, χρησιμοποιώντας την αναξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, ο φασισμός φτάνει με την υπόσχεση ενός ονείρου που υπήρξε ο εφιάλτης της υφηλίου. Όπως στα εξαθλιωμένα κράτη του υπαρκτού σοσιαλισμού και στη Γαλλία των αντιθέσεων, έτσι και στην Ελλάδα της κατάρρευσης θα αναδείξει τις ανάγκες. Δεν θα χρησιμοποιήσει ούτε ομοφοβικούς ούτε σεξιστές ούτε φωνακλάδες των διαπροσωπικών σχέσεων. Θα χρησιμοποιήσει τους νοικοκυραίους, τους «αγανακτισμένους» μικροαστούς, τους αδικημένους των πελατειακών σχέσεων.

Η μάχη για κανένα δικαίωμα δεν είναι πολυτελής. Αλλά είναι αυταπάτη πως η εξασφάλιση της πολύτιμης, της «πλατινένιας» διαφορετικότητας είναι ο αυτόματος και αποτελεσματικός εχθρός του φασισμού. Ο φασισμός στηρίζεται στην ισοπέδωση και τη γενίκευση. Δεν τον αντιμετωπίζουν, όμως, οι προσωπικές υποσημειώσεις που δηλώνουν μόνο πόσο διαφορετικοί είμαστε ο καθένας. Η αντιπαράθεση με τον φασισμό είναι η δήλωση για την πολιτική του ουσία. Είναι κατανοητό πως όλοι εμείς που δεν ζήσαμε τις θηριωδίες του μπορούμε ν’ αποκαλούμε φασισμό την έντονη διαφωνία του καναπέ και τη σκληρή αντιπαράθεση των φύλων. «Πατώντας πάνω στην ανεμελιά» μας, όπως έλεγε και ο Μπρεχτ, ο φασισμός δεν γελάει μόνο τους προβληματισμούς μας. Μπορεί να μας κάνει να κλάψουμε.»

Posted in Αναζητώντας «περικείμενα» | Tagged , , | Leave a comment

Ζούμε την παρακμή της «υπό παρατήρηση δημοκρατίας»

Το πολιτικό δοκίμιο του αυστραλού στοχαστή John Kean σχετικά με τη μορφή και τη λειτουργία της μεταπολεμικής δημοκρατίας παρουσιάζει ο Μιχάλης Λαμπρινίδης στο «Βιβλιοδρόμιο» των «Νέων».  Το προτείνουμε ως άλλο ένα ερμηνευτικό σχήμα για να κατανοήσουμε καλύτερα την πολιτική και κοινωνική μας πραγματικότητα ως αποτέλεσμα της λειτουργικής ανεπάρκειας των βασικών δομών του πολιτικού μας συστήματος. Διαβάστε, λοιπόν και συσχετίστε τα γραφόμενα με την πραγματικότητα: «Πίστευες κι εσύ, φίλε, ότι η δημοκρατία εξαντλείται στις εκλογές, στην πολιτική και τα κόμματα; Εγώ, υποστηρίζω ότι η δημοκρατία είναι χρήσιμη μόνον όταν μπορεί να εξελιχθεί ώστε να δώσει άνθη και καρπούς σε πεδία όπως είναι τα ήθη, οι ανώτερες μορφές αλληλεπίδρασης των ανθρώπων και οι πεποιθήσεις τους, τα θρησκευτικά ζητήματα, η λογοτεχνία, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, κάθε πτυχή του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου, ακόμα και ο στρατός και το ναυτικό».
Αυτά έγραφε ο Ουόλτ Ουίτμαν (1819-1891), ο μεγαλύτερος αμερικανός ποιητής της Δημοκρατίας, στο άρθρο του Democratic vistas (1871). Εκατόν σαράντα χρόνια αργότερα, η παγκόσμια κρίση θέτει το πρόβλημα της οικονομικής βιωσιμότητας της δημοκρατίας, καθώς ο κόσμος υφίσταται τις συνέπειες μιας επανάστασης των αγορών που κατόρθωσαν σε όλα τα πεδία να ανατρέψουν τις μεταπολεμικές διευθετήσεις, και κυρίως την έννοια του κοινωνικού συμβολαίου ανάμεσα στην εργασία, το κεφάλαιο και το κράτος. Η απέχθεια που εκφράζεται για την υποκρισία των δημοκρατικών θεσμών – ή μάλλον για τα κατάλοιπά τους – είναι χαρακτηριστική.
Ισως λοιπόν να χρειάζεται «να… εκδημοκρατιστεί το ιδεώδες της δημοκρατίας». To υποστηρίζει σθεναρά ο κορυφαίος πολιτικός επιστήμονας Τζον Κιν, συγγραφέας της περίφημης μελέτης «Life and death of Democracy», Εκδ. Simon & Schuster 2009 («Η ζωή και ο θάνατος της δημοκρατίας»), ο οποίος σκύβει ειδικότερα πάνω από την ελληνική περίπτωση. Αφορμή η έκδοση στα ελληνικά του προφητικού δοκιμίου του «Γιατί Δημοκρατία;» (Εκδ. Νεφέλη, μτφ. Ανδρέας Παππάς), γραμμένου το 2009 στο πλαίσιο εκείνης της μελέτης και εξαιρετικά επίκαιρου σήμερα, που προλογίζει ο καθηγητής σύγχρονης Ιστορίας Αντώνης Λιάκος, επισημαίνοντας με τη σειρά του ότι: «Η κρίση πλήττοντας και ακυρώνοντας τα κοινωνικά δικαιώματα, πλήττει την ίδια την ιδιότητα του πολίτη. Και βέβαια, με ακρωτηριασμένη την ιδιότητα του πολίτη, για ποιο είδος δημοκρατίας μπορούμε να μιλήσουμε;».
Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ και στο Κέντρο Κοινωνικών Επιστημών του Βερολίνου, ο Κιν που έχει ζήσει παλιότερα στην Αθήνα παρακολουθεί συστηματικά την ελληνική επικαιρότητα και γράφει σχετικά σχόλια στον ιστότοπο http://theconversation.edu.au. Εκεί σημείωνε τις προάλλες ότι «η Ελλάδα μοιάζει με εργαστήριο πειραμάτων πίεσης, όπου η παρούσα προσαρμοστικότητα, η μελλοντική βιωσιμότητα και το νόημα της δημοκρατίας εξωθούνται στα άκρα».
Η εκτίμηση αυτή έχει ιδιαίτερο ειδικό βάρος επειδή προέρχεται από έναν πολιτικό επιστήμονα που ξεχώρισε εισάγοντας την έννοια της «υπό παρατήρηση δημοκρατίας» («monitory democracy» – από το μεσαιωνικό monitoria και το monere = προειδοποιώ). Πρόκειται για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία όπου ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η εξουσία στο κυβερνητικό επίπεδο αλλά και στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών ή στον «ενδιάμεσο χώρο» υφίσταται επιπλέον δημόσιο έλεγχο: όχι μονάχα μέσα από την εκλογική διαδικασία, τον ανταγωνισμό των κομμάτων ή τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, αλλά και μέσα από διάφορους νέους μηχανισμούς – κάτι που γενικεύεται μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ανατέλλει τότε μια νέα ποιότητα για τη δημοκρατία όπου πολλαπλασιάζονται οι θεσμοί, οι σύμβουλοι, οι ειδικοί κ.ο.κ. που, καθώς εξηγεί ο Λιάκος, «παρατηρούν, καταγράφουν, μετρούν, αποτιμούν, αξιολογούν πλευρές της ζωής μιας δημοκρατίας, από τα ανθρώπινα δικαιώματα έως τα δημόσια οικονομικά, από τις επιδόσεις του Κοινοβουλίου έως τις επιδόσεις των μαθητών». Η υπό παρατήρηση δημοκρατία αναγνωρίζει λ.χ. ότι για την πραγμάτωσή της δεν αρκεί η ίση μεταχείριση των πολιτών και οι ίσες ευκαιρίες για όλους, αλλά ότι είναι απαραίτητη και η ισότιμη πρόσβαση στα λεγόμενα δημόσια αγαθά, καθώς και η αναγνώριση ακόμη περισσότερων εννοιών της ισότητας. Ολα αυτά αναλύονται με εύληπτο και γλαφυρό τρόπο στο «Γιατί Δημοκρατία;», όπου ο αυστραλός συγγραφέας δίνει και παραδείγματα δημοκρατικού πνεύματος με «επικριτές της συγκεντρωτικής εξουσίας». Οπως τον Γκάντι και τον Μαντέλα ή τον Τσόρτσιλ, και όπως την Αλις Στιούαρτ (1906-2002), «τη θαρραλέα και κατασυκοφαντημένη καθηγήτρια προληπτικής ιατρικής στην Οξφόρδη, που πρώτη απέδειξε κατά τη δεκαετία του ’50 ότι δεν υπάρχει “ακίνδυνη ποσότητα” ραδιενέργειας».
Ωστόσο, ήδη τότε ο Κιν κατέληγε στη διαπίστωση ότι: «Οι προσφιλείς στις μέρες μας διακρίσεις σε “εδραιωμένες”, “μεταβατικές” και “αποτυχημένες” δημοκρατίες ή ακόμα και σε “υγιείς” και “ελαττωματικές” δημοκρατίες είναι ύποπτες και πρέπει να αποφεύγονται. Ακόμα και οι “υγιείς” και “εδραιωμένες” δημοκρατίες ποτέ δεν είναι απρόσβλητες, απόλυτα προστατευμένες από την εσωτερική διάβρωση και την εξωτερική αλλοίωση. (…) Η δημοκρατία είναι μια εξελικτική διαδικασία, μια σειρά από συνεχείς διαδικασίες, από πειραματισμούς. Πρέπει συνεχώς, καθημερινά, να αποδεικνύει ότι είναι… δημοκρατία».
Το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι ο Κιν έρχεται σήμερα και χρησιμοποιεί την ελληνική περίπτωση στην ανάλυσή του για να μας πει ότι η υπό παρατήρηση δημοκρατία, η οποία έκανε αξιοπρόσεκτα βήματα εκδημοκρατισμού, δείχνει να περνά στην αυγή του 21ου αιώνα σε μια φάση σκοτεινή και με άδηλο μέλλον όπου οι μηχανισμοί της αποδεικνύονται όχι αρκετά ισχυροί ώστε να αποτρέψουν φαινόμενα αποσύνθεσης. Οπως επισημαίνει και ο Α. Λιάκος, «παρατηρητικοί θεσμοί όπως οι οίκοι αξιολόγησης, υποβαθμίζοντας ή αναβαθμίζοντας οικονομίες, παίζουν έναν άμεσο ρόλο στον καθορισμό πολιτικής, και μάλιστα ισχυρότερο από εκείνον των κυβερνήσεων».
Posted in Αναζητώντας «περικείμενα», Προτάσεις Ανάγνωσης | Tagged , , , | Leave a comment

Προτεραιότητα: «Η αναγέννηση της σχέσης δασκάλου – μαθητή»…

Το διαρκή προβληματισμό μας για την αναβάθμιση της εκπαίδευσης και για την ανατροπή της υφισταμένης παθογένειάς της εμπλουτίζει και  τροφοδοτεί το ενδιαφέρον και ουσιώδες άρθρο του καθηγητή Χρήστου Β. Μασσαλά-π. Πρύτανη, που διαβάσαμε στο «Βήμα»:

«Η δίψα για γνώση και η λαχτάρα για κατανόηση αποτελούν μια μοναδική μάχη και ένα εξαιρετικό ιδεώδες στη ζωή του ανθρώπου, αποτελούν μια αυξανόμενη δύναμη που πηγάζει από την ίδια τη ζωή.  Κάτω από αυτό το πρίσμα, ο ρόλος του δασκάλου για το σκοπό αυτό ήταν και παραμένει κυρίαρχος. Κατά συνέπεια, μια κοινωνία που δεν τιμά τους δασκάλους της είναι ελαττωματική και ο δάσκαλος που δεν αντιλαμβάνεται το ρόλο του στη διαμόρφωση της εθνικής κουλτούρας παύει να είναι λειτουργός…
Το προνόμιο του δασκάλου, κατά τον G. Steiner, είναι: να αφυπνίζει σ’ ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα δυνάμεις και όνειρα που είναι πέρα από τα δικά του, να παρακινεί τους άλλους να αγαπήσουν αυτά που εκείνος αγαπάει και να κάνει το εσωτερικό του παρόν δικό τους μέλλον.
Το να διδάσκεις με μεράκι σημαίνει να αφυπνίζεις στο μαθητή την αμφιβολία και να τον προγυμνάζεις για τη διαφωνία. Άλλωστε, η δημοκρατία είναι θεσμοθετημένη αμφισβήτηση και διαπλάθεται μέσα από την αγωγή του πολίτη, προσηλωμένη στο δημοκρατικό ιδεώδες που βασίζεται στο διάλογο και τη διαφωνία…
Ο σφυγμός της διδασκαλίας είναι κατεξοχήν η ικανότητα να πείσεις, υιοθετώντας το διάλογο και ενισχύοντας την άλλη άποψη. Ο δάσκαλος δεν πρέπει να ξεχνάει ότι απευθύνεται στη νόηση, στη φαντασία, στο νευρικό σύστημα και στον εσωτερικό κόσμο του ακροατή του. Συνεπώς καθετί είναι αντικείμενο διδασκαλίας γιατί παρέχει τροφή στη σκέψη. Η γνήσια διδασκαλία σημαίνει ξύπνημα και ξάνοιγμα του νου και δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνικό ή οικογενειακό σύστημα χωρίς διδασκαλία. Ενεργοποιεί το βίο που δεν μένει ανεξέταστος, δηλαδή το δίκαιο βίο.
Στην πατρίδα μας ο σεβασμός στο δάσκαλο είναι μια ξεπερασμένη αξία και οι συμπεριφορές των μαθητών στην τυπική εκπαίδευση δίνουν το χαρακτήρα της εποχής μας, που δεν είναι τίποτε άλλο από «εποχή της ανευλάβειας». Γιατί συμβαίνει αυτό;
Η απομάκρυνση από την πατριαρχική σχέση δασκάλου-μαθητή είναι ένας λόγος. Η ανώριμη πολιτικοποίηση των μαθητών, τα ΜΜΕ, η απελευθέρωση και το ξεθώριασμα των αξιών της κοινωνίας μας συμπληρώνει το μαθησιακό περιβάλλον της ανευλάβειας. Οι συμπεριφορές της κοινωνίας μας ενσωματώνονται και στην εκπαιδευτική διαδικασία, χωρίς να αφήνουν ανεπηρέαστο και το δάσκαλο. Το αποτέλεσμα είναι εμφανές: το μεράκι στην αποστολή του, σιγά-σιγά, να αποτελεί «απολεσθέν θέλγητρο».
Έτσι το δίπολο δάσκαλος-μαθητής υπόκειται στην αλλοίωση της σχέσης που είχε σφυρηλατηθεί εδώ και αιώνες, με τα θετικά και τα αρνητικά της στοιχεία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την ιστορία της σχέσης δασκάλου-μαθητή τη σκιάζει και ανυπακοή και προδοσία, και από τα δύο μέρη. Πάντως, όσον αφορά στην αφομοίωση της ηθικής στάσης, μόνο η πραγματική ζωή του δασκάλου μπορεί να αποτελέσει το παράδειγμα.
Τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά. Άλλοτε, η μνήμη θεωρούνταν (και είναι) η μητέρα των μουσών, το ανθρώπινο χάρισμα που καθιστά εφικτή κάθε μάθηση. Σήμερα ζούμε την εποχή του διαδικτύου που αντιστρατεύεται τη μνήμη. Για τις νέες μορφές μάθησης, που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες,  δεν έχουν θέση η πίστη και η προδοσία, η αγάπη και η εξέγερση. Όλα συμβάλλουν στην απώθηση της γοητείας της σκέψης, δηλαδή το να μεταφράζεις την ύπαρξη σαν απεριόριστη ροή σκέψης.
Η αναγέννηση της σχέσης δασκάλου-μαθητή, σε μια εποχή μετάβασης στην οποία έχει εισέλθει η κοινωνία μας, είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση της νέας κουλτούρας που θα ενσωματώνει το παλιό, θα κατανοεί το καινούργιο και θα έχει ανοικτό το βλέμμα σε ένα μέλλον προσδοκιών…Το ερώτημα που κυριαρχεί είναι: η χαρισματική αίγλη του εμπνευσμένου δασκάλου θα αντέξει στο χρόνο;
Η απάντηση, κατά την άποψή μου, είναι ναι, τόσο στις αίθουσες διδασκαλίας όσο και σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτικής πράξης. Οι πολιτικοί ηγέτες έχουν ρόλο παιδευτικό, τόσο με το λόγο όσο και με τις στάσεις τους για το «κοινό καλό». Αρκεί να κατανοήσουν ότι η διδασκαλία είναι μια ανοιχτή πρόσκληση στη διορθωτική διαφωνία…»

Posted in Το σχολείο μας...αλλάζει | Tagged , | Leave a comment

Σκέψου την ιστορία που ζεις με τους στίχους των τραγουδιών

Με αφορμή την προεκλογική ρητορεία και στο πλαίσιο της ερευνητικής μας εργασίας, διαβάστε και ακούστε τα δύο εμβληματικά ποιήματα από τη συλλογή «Κατά Σαδουκαίων» του αντικομφορμιστή ποιητή Μιχάλη Κατσαρού, σε μουσική, ερμηνεία και αυθεντική αφήγηση του Θανάση Γκαϊφύλλια. Επιτακτική η έκκληση του ποιητή για εγκατάλειψη της παθητικής και συμβιβασμένης ζωής και για συνειδητή αντίσταση του ανθρώπου απέναντι σε ό, τι μπορεί να δεσμεύσει την ελευθερία και τη δημιουργικότητά του. Τα απρόσωπα συστήματα κι οι οργανώσεις που περιορίζουν τη διάθεση για συλλογική δράση εκμηδενίζουν την αυτοπεποίθηση των ατόμων προκειμένου να μη διεκδικούν την ελευθερία, αλλά να αρκούνται στην ανάπηρη, δοτή και προσχηματική ελευθερία που τους παρέχουν οι ηγεσίες των συστημάτων και των μηχανισμών εξουσίας. Ο ποιητικός λόγος καλεί τον πολίτη να αντισταθεί σε κάθε οργανωμένη προσπάθεια εκμαυλισμού της εσωτερικής του ελευθερίας, τον προτρέπει – με επικό τόνο- σε μια διαρκή επαναστατική εγρήγορση που θα τον προστατέψει από τη χειραγώγηση και την αποδυνάμωση της ανθρωπιστικής του συνείδησης. Εμφανές σταθερό μοτίβο οι αντιθέσεις που ερμηνεύουν διαχρονικά τα ιστορικά φαινόμενα:

ελεύθερος άνθρωπος vs σύστημα εξουσίας-προσαρμογής

και

αδράνεια-απόσταση = αδυναμία vs δράση-ενέργεια = δύναμη.

Αντισταθείτε, σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε, σ’ αυτόν που πάλι γύριζε στο σπίτι
και λέει Δόξα σοι ο Θεός.
Στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών
τον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση και το φόρο
αντισταθείτε σε μένα ακόμα που ιστορώ.
Αντισταθείτε, σ’ αυτόν που χαιρετά απ’ την εξέδρα
ώρες ατέλειωτες τις παρελάσεις.
Στον Πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε,
στις μουσικές, τα τούμπανα και τις παράτες,
σ’ όλα τα ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε,
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι,
σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει έντυπα αγίων,
λίβανον και σμύρναν.

Αντισταθείτε, σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι
και γράφουν λόγους πλάι στη θερμάστρα.
Στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία,
στα εργοστάσια πολεμικών υλών,
σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια,
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους,
στους θεατές, στον άνεμο…
Αντισταθείτε!!!

και το «Υστερόγραφο»:
Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί
όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.
Η διαθήκη μου για σένα
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες, πονηρούς συμβολαιογράφους.
Κόψανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο.
Εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
τη νέα βουή στα δάση
τον άνεμο τον σκότωσαν
Τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα.
Τώρα καταλαβαίνω ποιος είναι αυτός που πνίγει.
Και συ λοιπόν στέκεις βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι.
Στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος
Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν

Posted in H μουσική γράφει Ιστορία | Tagged , , | Leave a comment

Τα Τέσσερα Κουαρτέτα του Τ. Σ. Έλιοτ

Μία εξαιρετική πρόταση ανάγνωσης για τους φίλους της ποίησης αποτελεί η δίγλωσση έκδοση «Τέσσερα κουαρτέτα» του Τ. Σ. Έλιοτ, με εισαγωγή – μετάφραση – σχόλιατου Χάρη Βλαβιανού, από τις εκδόσεις Πατάκη. Διαβάζοντας το οπισθόφυλλο: «Το μείζον ποιητικό επίτευγμα του Έλιοτ μετά την έκδοση των έργων του «The Waste Land» (1922) και «Ash-Wednesday» (1930) ήταν το «Burnt Norton», που δημοσιεύτηκε το 1935 και αρχικά θεωρήθηκε αυτόνομο έργο, αλλά στη διάρκεια του πολέμου αποτέλεσε το πρώτο μέρος της σύνθεσης που αργότερα έγινε γνωστή ως «Τέσσερα Κουαρτέτα».  Αυτή η εκπληκτική αλληλουχία –«Burnt Norton» (1936), «East Coker» (1940), «The Dry Salvages» (1941) και «Little Gidding» (1942)– θεωρείται το αριστούργημά του, ο ίδιος μάλιστα αναγνώριζε στο «Little Gidding» το σημαντικότερο ποίημά του. Ενώ τα προηγούμενα ποιήματά του επικεντρώνονταν στο απομονωμένο άτομο, τα «Τέσσερα Κουαρτέτα» εστιάζουν στην απομονωμένη στιγμή, στο θραύσμα του χρόνου που παίρνει αλλά και προσδίδει το νόημά του σε ένα σχήμα – ένα σχήμα που βρίσκεται εντός χρόνου μεταβαλλόμενο αδιάκοπα, ώσπου η υπέρτατη στιγμή του θανάτου να το ολοκληρώσει, ταυτόχρονα όμως βρίσκεται εκτός χρόνου. Το άτομο, που βιώνει μονάχα αποσπασματικά τη ζωή, δεν μπορεί ποτέ να συλλάβει το σχήμα αυτό στο σύνολό του, όμως υπάρχουν στιγμές που το βιώνει ολόκληρο, έστω και σε μικρογραφία. Είναι οι άχρονες στιγμές εκείνες ακριβώς που παρέχουν στον Έλιοτ το μέσο για να κυριαρχήσει στον χρόνο. Στιγμές αιφνίδιας έκλαμψης, εντός και εκτός χρόνου, τις οποίες ο Έλιοτ συνδέει με την ενσαρκωμένη Λέξη»… Ο Χάρης Βλαβιανός, μεταφραστής και σχολιαστής της έκδοσης επισημαίνει: «Τελειώνοντας τα Τέσσερα Κουαρτέτα πραγματοποιούσα και ταυτόχρονα αποχαιρετούσα ένα όνειρο και μια προσδοκία που με απασχόλησε για χρόνια: να μεταφράσω ένα έργο εμβληματικό της αγγλικής γραμματείας, έργο που καθόρισε εν πολλοίς το δικό μου ποιητικό ύφος, συγχωνεύοντας, σ’ αυτή την προσπάθεια, τις ιδιότητες που με ορίζουν –του ποιητή, του μεταφραστή αλλά και του ιστορικού– και αποδίδοντας στην ελληνική εκδοχή του, όσο το επιτρέπουν οι δυνάμεις μου, ό,τι το καθιστά μοναδικό: τον σπάνιο συνδυασμό ενός βαθύτατου στοχασμού για την ιστορία και μιας τολμηρά ανανεωμένης ποιητικής γλώσσας και δομής. Πιστεύοντας κι εγώ, όπως ο Τ.Σ. Έλιοτ, ότι η κουλτούρα είναι ο πιο πιστός διερμηνέας της πραγματικότητας, ευελπιστώ ότι αυτή η μετάφραση θα βοηθούσε να εμβαθύνουμε στην ιστορία και στην ανθρώπινη κατάσταση εν γένει, και ταυτόχρονα να αναστοχαστούμε το ρόλο της μνήμης και της εμπειρίας πράγμα ιδιαίτερα αναγκαίο στη θολή και ζοφερή εποχή μας.»

Μπορείτε, επίσης, να δείτε και την παλιότερη αξιόλογη μεταφραστική και ερμηνευτική προσπάθεια της Έφης Αθανασίου από τον «Ίκαρο».

Posted in Προτάσεις Ανάγνωσης | Tagged , , | Leave a comment

«Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το Χάρο»

«Ανάστα ο Κύριος». Η Ανάσταση του Χριστού δεν έπαψε να τροφοδοτεί διαχρονικά με τους ποιητικούς συμβολισμούς που δημιούργησε την τέχνη και την ποίηση. Κι αυτό γιατί η εκ νέου νοηματοδότηση της ζωής και η απαλλαγή από το φόβο του θανάτου, ανανεώνει την ανθρώπινη φύση η οποία, επειδή έρχεται αντιμέτωπη με την αλήθεια, αποκτά τη δύναμη για νέα ζωή και την αισιοδοξία για να υπερβεί τις αδυναμίες της. Ο αναστημένος  Χριστός είναι και ο αναστημένος άνθρωπος που ξεφεύγει από τα δεσμά της πραγματικής ή της συμβολικής φθοράς για να δημιουργήσει τον κόσμο του φωτός και της αλήθειας. Η τοιχογραφία της Αναστάσεως από τη «Μονή της Χώρας», αποδίδει με ξεχωριστή παραστατικότητα τους παραπάνω συμβολισμούς.

Ο Σολωμός εμπνεόμενος από την ηθική και πνευματική δύναμη του μηνύματος της Ανάστασης γράφει: «Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το Χάρο» συνδέοντάς το με τον ανθρώπινο αγώνα, τον ηρωισμό και την ηθική δύναμη που ο άνθρωπος ως ύπαρξη μπορεί να αναπτύξει συμμετέχοντας συνειδητά στην παραγωγή και ανάδειξη του «φωτός», όπως του δίδαξε ο Θεός του. Διαβάζουμε και μια άλλη άναλυση, σημειολογικής υφής, για το στίχο: «Ισχυρότερη από τις παραπάνω εμφανίζεται μια άλλη διακειμενική αναφορά του σολωμικού στίχου, που στηρίζεται στη συνταγματική σχέση τριών όρων: Φως – (που) πατεί – τον Άδη. Ο συνδυασμός αυτός ανακαλεί ευδιάκριτα το σχήμα του αναστάσιμου ψαλμού «Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας». Εδώ έχομε μια ευρύτερη, όρο προς όρο, αντιστοιχία: (αναστημένος) Χριστός = Φως, πατήσας = που πατεί (πλάγια εκφορά και στις δύο περιπτώσεις), θάνατον = τον Άδη. Αντιστοιχία που εισάγει έναν τρίτο ποιητικό κώδικα, της εκκλησιαστικής ποίησης αυτή τη φορά, που τροφοδοτείται από το μεταφυσικό μύθο του θανάτου και της ανάστασης του Χριστού και τη σχετική συμβολική του θρησκευτικού δόγματος. Ο Χριστός με τη σταυρική θυσία και την ανάσταση δίνει ένα μήνυμα σωτηρίας και αιώνιας ζωής, που καταργεί το κράτος του θανάτου. Ο κώδικας αυτός διευρύνει τις σημασιακές διαστάσεις του σολωμικού στίχου. Αρχίζοντας από τα επιμέρους, παρατηρούμε πώς η λειτουργία πατεί διευκρινίζεται πληρέστερα από την αντιστοιχία προς το πατήσας (καταπατήσας) ως λειτουργία κατανίκησης του αντίμαχου, ενισχύοντας, ως προς αυτό, το αφηγηματικό σχήμα της ηρωικής αναμέτρησης. Αφετέρου, η αντιστοιχία του Υποκειμένου προς το Χριστό προσανατολίζει τον αναγνώστη -σε συμφωνία με τον ανθρωπομορφισμό που επισημάναμε- να δει στο σημείο «φως» τη (μεταφορική) σημασιοδότηση ενός ανθρώπινου υποκειμένου με το κατηγόρημα δικαίωση. Και σ’ αυτό συνηγορεί αποφασιστικά το «θανάτω θάνατον πατήσας» που μεταφέρει στο κείμενό μας την ανάλογη σημασιακή διάσταση: του ήρωα που με το θάνατό του κατανικά το θάνατο. Διάσταση που συμφωνεί και με την εκδοχή του λαϊκού μύθου στο δημοτικό τραγούδι, όπου η νίκη του ήρωα πάνω στο Χάρο πραγματοποιείται στο ηθικό επίπεδο, κατά το σχήμα: νίκη του Χάρου (με δόλο) = ηθική ήττα / γενναία πτώση του ήρωα = ηθικός θρίαμβος. (πηγή: Καψωμένος Ερατοσθένης. 1992. «καλήναι η μαύρη πέτρα σου’» ερμηνευτικά κλειδιά στο Σολωμό. Αθήνα. Εστία).

Posted in Αναζητώντας «περικείμενα» | Tagged , , | Leave a comment