Το ημερολόγιο του…Δον Κιχώτη

Ο Γιώργος «αναμεταδίδει»:

Εξαιτίας των υποχρεώσεων ενός μέλους του πληρώματος ανεβάζω με καθυστέρηση όσα συζητήσαμε την Παρασκευή 26/11/10. Το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης το αφιερώσαμε για να ορίσουμε ποια θα επιθυμούσαμε να είναι τα κριτήρια με τα οποία θα αξιολογηθούν τα κείμενα και τα ποιήματα του διαγωνισμού. Στα κριτήρια αυτά δε φαίνεται να υπήρξε συμφωνία καθώς καθένας από μας πρότεινε και διαφορετικά στοιχεία που θα ήθελε βρει μέσα στα δημιουργήματα των διαγωνιζόμενων. Έτσι, για να θεωρηθεί ότι κάποιο κείμενο – ποιητικό ή πεζό- παράγει αισθητικό αποτέλεσμα, περιμένουμε:

1)      Να περιέχει κάποιο μήνυμα και να δημιουργεί εικόνες στον αναγνώστη καθώς το διαβάζει (συναισθηματική κινητοποίηση)

2)      Να διακρίνεται από αυθορμητισμό

3)      Να περιέχει επεξεργασμένα σχήματα λόγου

4)      Να διαθέτει αφηγηματικότητα και αληθοφάνεια στα βιώματα

5)      οι εικόνες να είναι σκοτεινές και απαισιόδοξες (μάλλον, πρόταση των «gothic» τύπων της παρέας)  ώστε να διαπραγματεύονται τη θλίψη και το φόβο του θανάτου.

Τέλος, σ’ εκείνη τη συνάντηση ο Μέντωρ, ανέθεσε σε κάθε μέλος της ομάδας την « τριπλή» υιοθεσία ενός συγγραφέα ή ποιητή, ενός πίνακα και ενός τραγουδιού ή μουσικού κομματιού με σκοπό να εντοπίσουμε, να επεξεργαστούμε και να παρουσιάσουμε στην ομάδα, μέσω του blog, στοιχεία μορφής και περιεχομένου που μπορούν να τα συνδέσουν συνθέτοντας μία αισθητική ενότητα. Φύγαμε βασανίζοντας το μυαλό μας τι θα διαλέξει ο καθένας και πώς θα κάνει τη σύνδεση λογοτεχνίας – ζωγραφικής και μουσικής.

Και τώρα στα πιο πρόσφατα (Παρασκευή 10/12/2010). Η 6η ώρα άρχισε για μερικούς με ένα ιδιαίτερο αναγνωστικής και αργότερα μαζευτήκαμε και οι υπόλοιποι απομείναντες στην αίθουσα τεχνολογίας. Μαζί μας και πάλι οι περσινοί μας συνοδοιπόροι και νυν φοιτητές η Ευγενία, ο Θοδωρής και ο Δημήτρης. Η συζήτηση άρχισε με αφορμή το βιβλίο του Θερβάντες «Δον Κιχώτης». Ένα βιβλίο που είναι γεμάτο από διαχρονικούς συμβολισμούς και έχει ως  κύριο πρωταγωνιστή  τον τελευταίο ιππότη, ένα περιπλανώμενο ταξιδιώτη προσκολλημένο στο ρομαντισμό και τις συνήθειες μιας παρωχημένης πια εποχής που επιλέγει να ζήσει στη δική του μαγική πραγματικότητα. Άραγε πόσοι από μας είναι Δον Κιχώτες και πόσοι έχουν ήδη αρχίσει το ταξίδι με το γερασμένο άλογό τους; Ανιχνεύσαμε την παρουσία του Δον Κιχώτη στη νεότερη παγκόσμια και ελληνική λογοτεχνία βρίσκοντας πολλές και διαφορετικές εκδοχές αξιοποίησης του συμβολισμού του. Ένα παράδειγμα: Κ. Καρυωτάκη, Δον Κιχώτες,Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ , Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος (1972).

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ
Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ως την άκρη
του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.
Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.

Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσίς του δρόμου,
ο Σάντσος λέει δε σ’ το ‘λεγα; μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων, αντάξιοι μένουνε και: Σάντσο, τ’ άλογό μου!

Έτσι αν το θέλει ο Θερβάντες, εγώ τους είδα, μέσα
στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν’ απαρνηθούν τις πρώτες.

Τους είδα πίσω να ‘ρθουνε — παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο —
και σαν πορφύρα νιώθωντας χλευαστικιά, πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!

Θυμηθήκαμε επίσης τη Μαρία Δημητριάδη να τραγουδά τους δικούς της «Δον Κιχώτες». Από τον ομώνυμο κύκλο τραγουδιών των Θ. Οικονόμου – Π. Καρασούλου με ερμηνεύτρια τη Μ. Δημητριάδη (2001).

Δον Κιχώτες (Ο Τσε στη Νέα Υόρκη)

Χέρσα λιβάδια, οι λεωφόροι που περνάς
Kι οι ουρανοξύστες, ανεμόμυλοι που τρίζουν
Τις πανοπλίες των εχθρών σου μην κοιτάς
Mόνο το φόβο τους στα μάτια που γυαλίζουν

Στέλνει ο άνεμος ευχές από μακριά
Σκιές συντρόφων σου κυκλώνουνε την πόλη
Μια λιμουζίνα τ’ άλογό σου προσπερνά
Άξιζε ο δρόμος ως εδώ κι ας λείπουν όλοι

Ας λέει ο χρόνος
Πως γερνάει η ζωή
Σφυρίζει ο άνεμος
Ακόμα αυτές τις νότες
Τις τραγουδάνε
Μες στις πόλεις
Δον Κιχώτες
Ας λέει ο χρόνος
Πως γερνάει η ζωή

Και η πρόταση της Αθηνάς για τον Δον Κιχώτη των Active Member:

Στη συνέχεια, αρκετοί από εμάς μίλησαν για τις επιλογές που έκαναν σχετικά με τον ποιητή, τον πίνακα και το τραγούδι, με τα οποία θα ασχοληθούν για το  επόμενο καιρό αιτιολογώντας τις επιλογές τους μέσα από τη δική του οπτική ο καθένας. Αναμένουμε και τις επιλογές των αναποφάσιστων. Η συνάντηση (τελευταία διά ζώσης για το 2010, λόγω του Χριστουγεννιάτικου Πανηγυριού του σχολείου την επόμενη Παρασκευή 17/12/2010), τέλειωσε με την αναφορά για τη σχέση λογοτεχνίας και ευαισθησίας που μας είναι απαραίτητη «αν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι». Συμφωνήσαμε πως η ευαισθησία τελικά δεν πρέπει να αποτελεί προνόμιο αλλά δικαίωμα του καθενός. Φυσικά, οι συναντήσεις μας μέσα στις γιορτές θα γίνονται μέσα από το blog.  Εις το επανιδείν…

Share This:

  • athi_dreamer

    Μου άρεσε που κλείσαμε την τελευταία μας συνάντηση μιλώντας κυρίως για τον ‘Αλόνσο Κιχάνο’… Η αλήθεια είναι πως μπήκαμε στη σκέψη να ανακαλύψουμε αν κι εμείς μπορούμε να λεγόμαστε “Δον Κιχώτες”, κάτι που πριν δεν είχα καν σκεφτεί να κάνω.
    Θα διαβάσω το βιβλίο του Θερβάντες στις διακοπές και θα κάνω post για να μοιραστώ μαζί σας τις ενυπώσεις μου..

    Προς το παρόν, θέλω να παραθέσω κι εγώ ένα τραγούδι που μιλάει για το γνωστό μας παραμύθι:

    Στίχοι: Sadahzinia
    Μουσική: Active Member
    Πρώτη εκτέλεση: Active Member

    Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος
    στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη
    κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος
    περνάει κι όλοι γιουχάρουν “Δον Κιχώτη”.
    Λαμποκοπάει το μάτι του ρουμπίνι.
    Το γένι του απλωτό ζερβόδεξά του
    με το ‘να χέρι χαιρετά, με τ’ άλλο ξύνει
    το χάρτινο καπέλο φορεμένο στα μαλλιά του.
    Με βια ανεβαίνει ως τη ψηλή κορφή του λόφου
    κι όλο κοιτάει με φαντασία τον κόσμο γύρω.
    “Πάμε”, φωνάζει ξάφνου στο βοηθό του,
    “πάμε, του ιππότη τράβηξα τον κλήρο”.
    Τι να ‘ναι το πιο δύσκολο σε τούτη εδώ τη πλάση
    Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’αλαφρώσει.
    Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση
    Που ν’ αρχινήσει και τι να πρωτοσώσει
    Τ’άγρια πουλιά να φέρει πίσω που έχουν μείνει
    δίχως φωλιές μέσα στα ολόδικά τους δάση…
    Κράτα τη φλόγα, παλληκάρι και θα γίνει·
    της χήρας γης η ελπίδα εσύ κι η βιάση.

    Φυσάει ο άνεμος, σκορπάει όλη τη νιότη
    (σκορπάει τ’ όμορφο ψέμα που έχει τυλίξει το κορμί του και το πνεύμα)
    κι η περηφάνια ονομαστή μένει του Ιππότη,
    (ξεσπάει με το κοντάρι να λύσει τα λουριά του νου του φοβιτσιάρη)
    Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη
    (που ‘χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα τη κρυφή τη Δουλτσινέα)
    και κλαίει βουβά τη μοναξιά του Δον Κιχώτη.
    (και κλαίει ξανά για το μεγάλο τον ιππότη)

    Φυσάει ο άνεμος τη γέρικη του κούτρα
    και η ξελογιάστρα του χαρά γελάει τον πόνο.
    Ας τον επήραν οι σοφοί από τα μούτρα,
    αυτός θυμάται ό,τι αγάπησε και μόνο.
    “Το άγνωστο θα ‘μαι εγώ” στο σύντροφό του λέει,
    “και τα γνωστά, ψέμματα σ’ εμένα τον τρελό.
    Δε φταίει η φαντασία μου, η φρόνηση τα φταίει
    που το μυαλό στις μέρες μας στεριώνουν με φελό”
    Αυτά είπε κι όρμηξε μ’ άρματα κουρέλια – ευλογία·
    με το άμυαλο, σπασμένο του κοντάρι.
    Και το λοιπόν, τη δεύτερη αρχινάει δημιουργία,
    μα μπλέχτηκαν τα γκέμια στο ποδάρι.
    Κρυφογελάει σκυφτός στου αλόγου του τη σέλα
    με τη ζωή την πλανερή και τρυπιοχέρα.
    Μοναχά απ’ της μοναξιάς το πήγαιν’ έλα
    τα μάτια ό,τι ποθούν θα δουν μια μέρα.
    Πείσμα το πείσμα Δον Κιχώτη και φοβέρα
    κι αν σε γελούν οι ανθρώποι κι όλα τα άστρα,
    ολημερίς χτυπιέσαι μ’ ίσκιους στον αέρα
    και παίρνεις ανεμόμυλους για κάστρα.

    • Μέντωρ

      Ευχαριστούμε Αθηνούλα. Όπως είδες, η πρότασή σου ανέβηκε στο κεντρικό post.

  • Δουλτσινέα

    Και με σκούρα γράμματα! Τί άλλο μπορώ να ζητήσω;!
    Εγώ ευχαριστώ!