Με οδηγό τον Σεφέρη, ανακαλύπτουμε τον Έλιοτ.

Ακολουθώντας τη σκέψη του Σεφέρη ανακαλύπτουμε την ουσία της ποίησης του Έλιοτ: έκφραση με προφορικό ρυθμό, που βασίζεται σε μια ψυχολογική ή συναισθηματική αλληλουχία, γι’ αυτό και αποτείνεται κυρίως στις αισθήσεις. Ο Σεφέρης θα χαρακτηρίσει την ποίηση του Έλιοτ ως ποίηση δραματική, που διαπνέεται από το έντονο ιστορικό συναίσθημα του ποιητή και διανθίζεται από αλλεπάλληλα και ποικίλα παραθέματα και παραφράσεις ξένων κειμένων: «…Με το “Γερόντιον”, με την Έρημη Χώρα, με τους Κούφιους ανθρώπους, με τον Σουήνη αγωνιστή, τη γραμμή των ποιημάτων που καταλήγει στις “Δυσκολίες Πολιτευομένου”, ο Έλιοτ έδωσε όσο κανένας άλλος, αν όχι το έπος μιας εποχής, καθώς έγραψαν, τουλάχιστο το έπος ενός βασικού συναισθήματος μιας στιγμής της ιστορίας, ενός συναισθήματος που το νιώσαμε όλοι μας, είτε θέλουμε να ζήσουμε τώρα, είτε θέλουμε να πεθάνουμε. Αν δεν έκανε τίποτε άλλο, έκανε τουλάχιστο τούτο: έκαψε πίσω του μερικά γιοφύρια. Τη στιγμή που η αποσύνθεση απλωνότανε τριγύρω του, το ένιωσε και το φώναξε. Μετά τον Έλιοτ μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, αλλά δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω προς ορισμένα πράγματα, σαπισμένα. Και ο τόπος της απομόνωσης έχει γίνει άθλια στενός. Δεν είναι λίγο. Είπανε εναντίον του πως αφήνει τον αναγνώστη μέσα στη στεγνή, στέρφα και άνυδρη “Έρημη Χώρα”, μόνο, χωρίς ελπίδα σωτηρίας. Αυτό θα ήταν αλήθεια αν ο Έλιοτ δεν είχε δημιουργήσει ποίηση. Και η ποίηση, όσο απελπισμένη κι αν είναι, μας σώζει πάντα, με κάποιον τρόπο, από την ταραχή των παθών. Αλλά κι από μιαν άλλη άποψη, κι αν ακόμη δεν παραδεχτούμε -όπως το παραδέχουνται όσοι ακολουθούν τον ποιητή σ’ όλα του τα συμπεράσματα- ότι το κατανυκτικό μέρος του έργου του δεν είναι αρκετό για ν’ αντισταθμίσει τα στοιχεία της απελπισίας που μας προσφέρει, θα ζητούσα την απόδοση στους επιγόνους του Έλιοτ, σ’ αυτούς που ξεκίνησαν από το σημείο όπου μπόρεσε να φτάσει εκείνος…

Η ποίηση του Έλιοτ δεν είναι σκοτεινή. Αντίθετα, εκείνο που τη διακρίνει είναι μια εξαιρετική καθαρότητα στις λεπτομέρειες. Δεν έχει τίποτε το φευγαλέο στις εικόνες του, καμιά θολούρα γύρω από τα αισθήματα που διατυπώνει, τα μέσα έκφρασής του είναι πάντα άμεσα και τα μέσα της σκηνοθεσίας του με σκληρά περιγράμματα. Ακόμη και σε καταστάσεις όπου είναι δύσκολο να υλοποιήσει κανείς, κατορθώνει και δίνει την αντίσταση της στερεής ύλης. Η στερεότητα των ονείρων του, του συναισθήματος της δίψας στην Έρημη Χώρα ή του αποτροπιασμού στο χορικό “Λαγάρισε τον αέρα! Καθάρισε τον ουρανό! Πλύνε τον άνεμο!” είναι χτυπητά παραδείγματα. Για την ομίχλη και τον καπνό θα μπορέσει να πει:

Η κίτρινη ομίχλη που τρίβει τη ράχη της στα πα-
ραθυρόφυλλα
Ο κίτρινος καπνός που τρίβει τη μύτη του στα
παραθυρόφυλλα…
Κουλουριάστηκε μια φορά γύρω από το σπίτι κι
αποκοιμήθηκε.

Εκτός από τον τρόπο της συνοχής των ποιημάτων του, που βασίζεται κυρίως όχι στη λογική αλληλουχία αλλά στην ψυχολογική ή τη συναισθηματική αλληλουχία των ιδεών του και των εικόνων του -πράγματα παραδεγμένα και γνωστά μας κι από τον κινηματογράφο ακόμη- η δυσκολία του Έλιοτ οφείλεται κυρίως σε τρία χαρακτηριστικά στοιχεία της τεχνικής του:

Πρώτα, η ποίηση του Έλιοτ -επρόκειτο άλλωστε να καταλήξει στο θέατρο- δεν είναι, όπως η ποίηση του Μαλλαρμέ ή του Βαλερί, λυρική. Δεν είναι η “ανάπτυξη ενός επιφωνήματος”· είναι ποίηση ουσιαστικά δραματική. Και στα ποιήματα όπου το πράγμα δε θα φαινότανε από το πρώτο κοίταγμα, όπως στη “Μαρίνα”, αισθανόμαστε ότι έχουμε μπροστά μας περισσότερο το απόσπασμα ενός δράματος παρά ένα λυρικό λόγο:

Ποια πέλαγα ποιοι γιαλοί ποια γκρίζα βράχια
και ποια νησιά
Και ποιο νερό γλείφοντας την πλώρη
Και το άρωμα του πεύκου κι η τσίχλα τραγουδώντας μέσα στην καταχνιά
Ποιες ζωγραφιές γυρίζουν

Ω κόρη μου.

Έχουμε μπροστά μας τη σκηνή. Όπως σημειώνει για τον Σενέκα, θα έλεγα ότι τα ποιήματα του Έλιοτ είναι δράματα γραμμένα όχι για να παιχτούν στο θέατρο, αλλά για να απαγγελθούν από έναν αφηγητή. Αλλά δραματικά έργα. Τούτο γίνεται ολωσδιόλου έκδηλο στην Έρημη Χώρα ή στις “Δυσκολίες Πολιτευομένου”, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα δράμα με μια μοναδική σκηνή. Ακόμη και οι λέξεις του -μπορεί εύκολα να το παρατηρήσει κανείς- δεν έχουν αυτό το σοφίλιασμα, μέσα στη συνέχεια του ποιήματος, δεν είναι χυμένες σ’ ένα σύνολο, όπως στη λυρική ποίηση· περιέχουν ένα είδος καθαρά θεατρικής δράσης. Τη λέξη “ανύπαρχτη” της Έρημης Χώρας, λ.χ., αν την παρακολουθήσουμε, διακρίνουμε πως παίζει ένα ρόλο, είναι ένα σύνθημα μεταξύ δύο προσώπων, θα έλεγα, που το ακούσαμε στην πρώτη πράξη, και γυρίζει στην τελευταία πράξη, πριν από την καταστροφή:

Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια

Βιέννη Λόντρα

Ανύπραχτες

Διάλεξα το λιγότερο φανερό παράδειγμα. Εκείνο που προκαλεί τη δυσκολία μιας τέτοιας ποίησης είναι ότι πίσω από το δράμα που φαίνεται να παίζεται, υπάρχει ένα άλλο δράμα που ξετυλίγεται βαθύτερα και παράλληλα προς το πρώτο. Εδώ θα προτιμήσω το ευκολότερο παράδειγμα. Στην σκηνή του μπαρ της Έρημης Χώρας έχουμε δύο γυναίκες που κουβεντιάζουν. Το γκαρσόνι φωνάζει πως είναι ώρα να κλείσει το κατάστημα. Οι γυναίκες αποχωρίζουνται λέγοντας “καληνύχτα”. Τίποτε κοινότερο. Ωστόσο η ατμόσφαιρα που έχει δημιουργηθεί (σκηνικό γνώρισμα και τούτο) είναι τέτοια που όταν ακούσουμε το “καληνύχτα” αισθανόμαστε κάτι πολύ πλατύτερο, σαν το βράδιασμα ενός κόσμου. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για την επίκληση Μάνα στις “Δυσκολίες Πολιτευομένου”, που είναι από τις πιο απομονωμένες κραυγές που μου έτυχε ν’ ακούσω. Έτσι, ενώ το απώτερο νόημα του ποιήματος είναι ενιαίο και διόλου θολό -το θολό είναι πάντα κακή λογοτεχνία- τα μερικά νοήματα δεν τείνουν ποτέ σ’ έναν και μόνο σκοπό, είναι, μπορεί να πει κανείς, νοήματα διχαλωτά, που με το ένα σκέλος πατούν στην άμεση δράση που βλέπουμε, και με το άλλο σ’ ένα δράμα που ξετυλίγεται δεν ξέρω πόσο βαθύτερα στη συνείδησή μας. Και η διφυΐα αυτή των σκοπών αλληλοσυμπληρώνεται· ενώ το εξωτερικό κερδίζει σε προοπτική, το εσωτερικό κερδίζει, αν δεν είναι υπερβολική η σκέψη μου, σε ενάργεια.

Η δεύτερη δυσκολία είναι μικρότερη· οφείλεται στο ιστορικό συναίσθημα του ποιητή. Για τον Έλιοτ η ιστορία δεν είναι ό,τι πέθανε, αλλά ό,τι είναι ακόμη ζωντανό. Ζωντανό, παρόν, σύγχρονο. Ο αναγνώστης ξαφνίζεται βρίσκοντας τον τηλεφωνητή Πάρκερ πλάι στους Βόλσκους· την κυρία Πότερ και τον κύριο Ευγενίδη πλάι στον Τειρεσία ή τον Φοίνικα Φληβά. Ωστόσο ο ίδιος ο αναγνώστης έχει πλάι του τον Οδυσσέα, όταν διαβάζει Όμηρο, χωρίς να ξαφνιστεί διόλου. Και όταν λέω πλάι του, δε θέλω να πω ότι “ανατρέχει εις το παρελθόν”, αλλά τον Οδυσσέα -αν καθόλου του δίνει τίποτε ο Όμηρος- ταυτόχρονο με το υπερωκεάνειο, που βλέπει από το παράθυρο, και τον εαυτό του.

Γράφοντας για τον Ντάντε, “που συναρμολόγησε τόσο πειστικά τους σύγχρονούς του φίλους και εχθρούς, πρόσφατες ιστορικές φυσιογνωμίες, θρυλικά ή βιβλικά πρόσωπα και πρόσωπα της αρχαίας λογοτεχνίας” ο Έλιοτ παρατηρεί ότι “τα πρόσωπα αυτά είναι ολοκληρωτικά αλλαγμένα· γιατί είτε πραγματικά είτε όχι αντιπροσωπεύουν όλα τύπους αμαρτίας, πόνου, λάθους ή αξίας και αποκτούν όλα την ίδια πραγματικότητα και γίνουνται σύγχρονα”. Είναι ολοκληρωτικά αλλαγμένα και τα πρόσωπα τα δικά του, και σύγχρονα. Θα το νιώσουμε αυτό όταν φύγουμε από τις αναλύσεις, που όσο και να χρησιμεύουν, χρησιμεύουν πραγματικά όταν τις λησμονήσει κανείς ολωσδιόλου για να γυρίσει στο έργο, και παραδεχτούμε ότι ένα ποίημα δεν είναι κάτι που αποτελείται από διάφορα κομμάτια -τα ξεχωρίζουμε πάντα αυθαίρετα- αλλά ένα οργανικό σύνολο, όπου χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία του εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου, και όπου τα στοιχεία αυτά δεν ήταν ποτέ όπως ήταν. Είναι ακριβώς αλλαγμένα από τη φύση του ποιήματος.

Με το ιστορικό συναίσθημα του Έλιοτ συνδέεται και η Τρίτη ιδιοτυπία του. Πρόκειται για τις παραθέσεις ή τις παραφράσεις ξένων κειμένων που συναντά κανείς σ’ όλα του σχεδόν τα ποιητικά έργα. Σχολιάζοντας την Έρημη Χώρα, σημειώνω πως ένας παραφρασμένος στίχος του Ντάντε οδηγεί τον αναγνώστη σ’ ένα συναισθηματικό και νοητικό τοπίο διάφορο αλλά συμπληρωματικό του συναισθηματικού και νοητικού κόσμου του ποιήματος. Και στην προηγούμενη και στην κατοπινή του εργασία, ο Έλιοτ μεταχειρίστηκε τον τρόπο αυτό της μεταφοράς, ποτέ όμως -γι’ αυτό χρησιμοποιώ την Έρημη Χώρα σαν παράδειγμα- σε τέτοια ποσότητα και με τέτοια γυμνότητα. Για να ολοκληρώσει κανείς αυτό το έργο, πρέπει να έχω γνωρίσει όλη την ποίηση, αρχίζοντας από τη Σαπφώ, και να παραδεχτεί ταυτόχρονα έξι ή εφτά γλώσσες. Ένα τέτοιο φορτίο παραπομπών θα έφτανε, όπως είπε κάποιος κριτικός, για να βουλιάξει οποιοδήποτε ποίημα. Ωστόσο η Έρημη Χώρα δε βούλιαξε, και τούτο δείχνει πόσο δύσκολο είναι να καθορίσει κανείς τα ουσιαστικά στοιχεία της ποίησης. Μπορούμε να λέμε σήμερα ότι η Έρημη Χώρα είναι ένα όριο τεχνικής. Φτάνει να ξέρουμε ότι το όριο αυτό εξαρτάται από την εμφάνιση ενός νέου ποιήματος που θα μεταβάλει την άποψή μας.

Στην τεχνική αυτή ιδιορρυθμία βρίσκω πολύ περισσότερο ένα αίσθημα αλληλεγγύης παρά μια ροπή προς τον ερμητισμό. Ο Έλιοτ είναι ένας ποιητής όχι απομονωμένος σαν καλλιτέχνης, αλλά μέσα την παράδοση, όπως αυτός τη διαμόρφωσε με την επιλογή του. Ο κύριος, ο προσωπικός του τόνος, παρασέρνει μαζί του και άλλες φωνές, εναρμονισμένες μ’ αυτόν και από αυτόν χρωματισμένες, όσο κι αν μένουν ανεξάρτητες. Σ’ ένα από τα πρώτα του κριτικά δοκίμια, και από τα σημαντικότερα, σημειώνει: “Το ιστορικό αίσθημα υποχρεώνει <τον ποιητή> να γράφει όχι μόνο με τη δική του τη γενιά μέσα στα κόκαλά του, αλλά με την αίσθηση ότι ολόκληρη η λογοτεχνία της Ευρώπης από τον Όμηρο, και μέσα σ’ αυτήν ολόκληρη η λογοτεχνία του τόπου του, αποτελεί μια ταυτόχρονη τάξη”. Ο ποιητής πρέπει να παρέχει και να αναπτύσσει διαρκώς τη συνείδηση του παρελθόντος ως παρόντος, και εκείνο που γίνεται τότε είναι “μία διαρκής εγκατάλειψη του εαυτού του της στιγμής σε κάτι περισσότερο άξιο. Η πρόοδος ενός καλλιτέχνη είναι μια διαρκής αυτοθυσία, μια διαρκής απόσβεση της προσωπικότητας”. Οι προτάσεις αυτές σχετίζουνται με το γενικό ζήτημα της ποιητικής λειτουργίας και δεν είναι βολετό να εξεταστούν εδώ. Εκείνο όμως που είναι αξιοπρόσεχτο είναι ότι η σκέψη που διατυπώνεται κριτικά στην παραπάνω περικοπή, βρίσκει ένα συναισθηματικό αντίστοιχο στην ποιητική τεχνοτροπία του Έλιοτ. Όπως ο Τειρεσίας του ταυτίζεται με όλα τα πρόσωπα της Έρημης Χώρας, ο ποιητής ταυτίζεται με τους περασμένους ποιητές, που γι’ αυτόν αντιπροσωπεύουν την παράδοση. Παίρνοντας από την προσωπικότητά τους, απαρνιέται την προσωπικότητά του, αλλά την πλουτίζει με μια βαθιά προοπτική.

Μου φαίνεται ακόμη πως με την τεχνική αυτή ο Έλιοτ προσπάθησε να βρει στην εποχή του κάτι που θα έπαιζε το ρόλο της μυθολογίας, έστω και για ένα περιορισμένο κοινό. Όταν ο μύθος ήταν κοινή αίσθηση, ο ποιητής είχε στη διάθεσή του ένα φορέα ζωντανό, μια συναισθηματική ατμόσφαιρα έτοιμη, όπου μπορούσε να κινηθεί ελεύθερα για να πλησιάσει τους γύρω του ανθρώπους· όπου μπορούσε ο ίδιος να διατυπωθεί. Μια λέξη, ανεξάρτητα από την επιτηδειότητα του τεχνίτη, μπορούσε να ξυπνήσει μέσα στις ψυχές έναν ολόκληρο κόσμο φόβου ή ελπίδας. Δεν έχουμε τίποτε στις σύγχρονες γλώσσες μας που να ισοδυναμεί σε βάρος ή σε συναισθηματικό πλούτο με την απλή λέξη Σεμναί της εποχής ου Αισχύλου, ή με τις δυο λέξεις eternodolore της εποχής του Ντάντε. Υποθέτω πως ο Έλιοτ ζήτησε πριν απ’ όλα, από τους στίχους που μεταφέρει ή παραφράζει, να του δώσουν αυτό τον κοινό φορέα, που έδινε άλλοτε στον ποιητή η φυσιολογική λειτουργία της μυθολογίας. Τούτο με φέρνει σε μια ειδικότερη παρατήρηση.

“Πάλι και πάλι” γράφει για τον Σαίξπηρ “της δίνει <=της λέξης> ένα καινούριο νόημα ή της αποσπά ένα απόκρυφο νόημα· πάλι και πάλι η σωστή εικόνα, κορεσμένη στα βάθη της μνήμης του Σαίξπηρ, φανερώνεται σαν την Αναδυόμενη από τη θάλασσα”. Εκείνο που δίνει ένταση σε μια λέξη ή σε μια εικόνα, είναι αυτός ο κορεσμός, αυτός ο εμποτισμός με συναισθήματα, που γίνεται στα σκοτεινά βάθη της ψυχής του ποιητή. Κι αυτό που συμβαίνει με τη λέξη, μπορούμε να το φανταστούμε για το στίχο “leversquirefaitunmotneufetcommeincantatoire” όπως έλεγε ο Μαλλαρμέ. Οι στίχοι, όπως και οι λέξεις, αν προχωρήσουν ως τη βαθύτερή μας ύπαρξη, σχηματίζουν γύρω τους μια συναισθηματική άλω, που τους μεταβάλλει σ’ έναν τύπο έκφρασης προσωπικό και για τον καθένα μας αναντικατάστατο. Έτσι, κι από μιαν άλλη άποψη, οι ξένοι στίχοι που συνυφαίνουνται με τα κείμενα του Έλιοτ, όσο κι αν είναι αποκρυσταλλώσεις άλλων ποιητών, δεν μπορούμε να πούμε πως είναι απλά και μόνο σώματα ξένα. Αλλά από ένα είδος δεύτερης κυοφορίας, θα έλεγα, αντλούν έναν τόνο παρόμοιο με την προσωπική συνεισφορά του ποιητή και εναρμονίζουνται ελεύθερα μέσα στη γενική ατμόσφαιρα των ποιημάτων του.

Είπανε τον Έλιοτ ποιητή της παρακμής. Δεν ξέρω αν υπάρχουν τέτοιοι ποιητές. Υπάρχουν, φαντάζομαι, καλοί και κακοί ποιητές, και υπάρχουν εποχές ευκολότερες ή δυσκολότερες για την ποίηση. Αλλ’ αν δεχτούμε ότι βρίσκουνται μέσα στη διαδοχή της ιστορίας εποχές ακμής και παρακμής, θα έπρεπε να ονομάσουμε καλλιτέχνες της παρακμής εκείνους που τα έργα τους ταυτίζουνται, με κάποιον τρόπο, με την εποχή τους και παρουσιάζουν όλα της τα χαρακτηριστικά. Και ούτε αυτό θα ήταν σωστό, γιατί σε κάθε εποχή δεν είναι όλος ο κόσμος που είναι παρακμασμένος, αλλά ένα ορισμένο σύνολο θεσμών και ανθρώπων. Φαντάζομαι, για να εκφραστώ ακριβέστερα, πως έργο παρακμής θα έπρεπε να ειπωθεί το έργο που θα άξιζε την ομόφωνη επιδοκιμασία αυτών των ανθρώπων και αυτών των θεσμών. Έτσι, στην ίδια εποχή μπορεί να συνυπάρξουν έργα διαφορετικού ολωσδιόλου χαρακτήρα. Το δημοτικό τραγούδι δεν είναι τραγούδι παρακμής, ενώ είναι το καθαρευουσιάνικο ποίημα που γράφτηκε σύγχρονα μ’ αυτό. Στην εποχή της παρακμής γίνεται ποιητικός διαγωνισμός για να εξυμνηθούν τα μαλλιά της βασίλισσας Στρατονίκης, που είναι φαλακρή. Ο ποιητής που πήρε το πρώτο βραβείο σ’ εκείνο το διαγωνισμό, είναι βέβαια ποιητής παρακμής· κι αυτό υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Οπωσδήποτε είναι δύσκολο να κατατάξουμε στην ίδια κατηγορία τον ποιητή που υποφέρει από μια τέτοια εποχή, τη βλέπει με όλη της την κατάπτωση και σαν τέτοια τη διατυπώνει. Ο ποιητής αυτός δεν ταυτίζεται με την παρακμή της εποχής του· ετοιμάζει το χώμα για ένα διαφορετικό αύριο. Έτσι νομίζω για την ποίηση του Έλιοτ. Αν άρχισε μόνος και έμεινε “μόνος με τον Μόνο” σε μια εποχή απομόνωσης, μπόρεσε να διατυπώσει, συναρμολογώντας τα συντρίμμια που βρήκε γύρω του, ένα “πάθος”. Και το “πάθος” αυτό το διατύπωσε κάνοντας ποίηση, σ’ έναν καιρό όπου η ποίηση ήταν μια τρομερά δύσκολη και απογνωσμένη υπόθεση. Αυτή είναι η σημαντική του υπηρεσία. Γιατί πέρα από τις ιστορικές στιγμές και τις τοπικές συνθήκες, εκείνο που ενδιαφέρει είναι ότι η τέχνη μπόρεσε να συνεχίσει την αιώνια ροή όπου ταξιδεύουν οι ψυχές των ανθρώπων.

Η εποχή της αμφιβολίας, της ανησυχίας και της απομόνωσης, φαίνεται να έχει αφήσει πια τη θέση της στην εποχή της ανάγκης. Τι θα βγάλει το πνεύμα από τους θρησκευτικούς αγώνες που προετοιμάζει ο “καιρός των ορθοδοξιών” όπου μπαίνουμε· “άδηλον παντί πλην ει τω θεώ”.  Γ. Σεφέρης, Αθήνα, Μάης 1936.

Δείτε το 1ο μέρος της βιογραφίας του T.S. Eliot από το BBC:

[youtube=https://www.youtube.com/watch?v=39CMZUyyw2s&w=425&h=350]

Το τραγούδι των τίτλων είναι το ανεπανάληπτο «Desolation row» του Bob Dylan:

They be to Nero’s Neptune
The Titanic sails at dawn
Everybody’s shouting
“Which side are you on ?”
And Ezra Pound and T. S. Eliot
Fighting in the captain’s tower
While calypso singers laugh at them
And fishermen hold flowers
Between the windows of the sea
Where lovely mermaids flow
And nobody has to think too much
About Desolation Row.

Share This: